ἀγχιστεύς

ἀγχιστεύς
-έως N 3 0-1-0-7-0=8 2 Sm 14,11; Ru 3,9.12(bis); 4,3
near relation, kinsman, relative Ru 3,9; near relation (acting as a redeemer) Ru 4,14 ἀγχιστεὺς τοῦ αἵματος avenger of blood (semit., rendering MT הדם גאל) 2 Sm 14,11 Cf. WALTERS 1973, 149; WEVERS 1998 605

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • αγχιστεύς — ἀγχιστεύς ( έως), ο (Α) [ἄγχιστος] συνήθως στον πληθ. οἱ ἀγχιστεῑς 1. οι εξ αίματος πλησιέστατοι συγγενείς 2. παραπλήσιοι, συγγενικοί 3. νόμιμοι κληρονόμοι …   Dictionary of Greek

  • ἀγχιστεύς — next of kin masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχιστεῖς — ἀγχιστεύς next of kin masc acc pl ἀγχιστεύς next of kin masc nom/voc pl (parad form) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχιστέων — ἀγχιστεύς next of kin masc gen pl ἀγχιστέω̆ν , ἀγχιστεύς next of kin masc gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχιστεῖ — ἀγχιστεύς next of kin masc dat sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχιστεῦσι — ἀγχιστεύς next of kin masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχιστεῦσιν — ἀγχιστεύς next of kin masc dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • ἀγχιστέως — ἀγχιστέω̆ς , ἀγχιστεύς next of kin masc gen sg ἀγχιστεύς next of kin masc nom sg (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Anchistêvs — ANCHISTÊVS, ëi, Gr. Ἀγχιστεὺς, έως. von Pheris, einer von den Argonauten. Orph. Argon. v. 222. Doch glauben einige, diese Stelle sey verderbt und Anchistens kein eigenthümlicher Namen, sondern heiße ein Blutsverwandter, und beziehe sich auf das… …   Gründliches mythologisches Lexikon

  • -ευς — το ονοματικό επίθημα εύς είναι χαρακτηριστικό τής Ελληνικής, εφόσον δεν απαντά σε άλλες ΙΕ γλώσσες και εμφανίζει σημαντική παραγωγική δύναμη (περίπου 500 ονόματα σε ευς). Η ακριβής του προέλευση παραμένει άγνωστη, παρά τις κατά καιρούς… …   Dictionary of Greek

  • άγχιστος — ἄγχιστος, ον (Α) (υπερθ. τού ἄγχι*) 1. (για τόπο) πολύ κοντινός, πλησιέστατος 2. (για χρόνο) πρόσφατος, τελευταίος 3. (πληθ. αρσ. ως ουσ.) οἱ ἄγχιστοι οι στενοί συγγενείς 4. (ο εν. ή πληθ. τού ουδ. ως ουσ.) τὸ ἄγχιστον ή τὰ ἄγχιστα α) πολύ κοντά …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”